Η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε άμεσα τη μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα κατά 14 λεπτά το λίτρο, ενώ μαζί με την επίδραση του ΦΠΑ η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται περίπου στα 17 λεπτά το λίτρο
Την ώρα που η Γερμανία επιλέγει να χρησιμοποιήσει δημοσιονομικούς πόρους για να περιορίσει το κόστος των καυσίμων, η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων ή διατήρηση των φορολογικών εσόδων από την ενέργεια και επιλέγει να πετάξει το μπαλάκι στις Βρυξέλλες όταν αφορά το κρίσιμο ζήτημα του κόστους διαβίωσης των ελληνων πολιτών
Και βεβαίως ο πρωθυπουργός Κυριακός Μητσοτάκης παραπέμπει το ζήτημα στις … ευρωπαϊκές καλένδες.
Η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε άμεσα τη μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα κατά 14 λεπτά το λίτρο, ενώ μαζί με την επίδραση του ΦΠΑ η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται περίπου στα 17 λεπτά το λίτρο.
Παράλληλα, εξετάζεται μηχανισμός περιορισμού των τιμών των καυσίμων, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων εκτιμάται περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ.
Η γερμανική επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές τιμές επανέρχονται στο επίκεντρο των πληθωριστικών πιέσεων.

Το ελληνικό δίλημμα των 6,46 δισ. ευρώ
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προϋπολογισμένα μεγέθη για το 2026, τα έσοδα από τον ΕΦΚ ενεργειακών προϊόντων ανέρχονται σε περίπου 4,337 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ στα πετρελαιοειδή υπολογίζονται σε περίπου 2,124 δισ. ευρώ.
Συνολικά, πρόκειται για περίπου 6,46 δισ. ευρώ προϋπολογισμένων εσόδων από τις δύο αυτές κατηγορίες.
Το ποσό αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τη βενζίνη και το diesel.
Καταδεικνύει, ωστόσο, το μέγεθος της δημοσιονομικής σημασίας που έχει για το ελληνικό κράτος η φορολογία των ενεργειακών προϊόντων.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: Πόσο δημοσιονομικό κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να περιορίσει την επιβάρυνση των καυσίμων;
Η κυβέρνηση δεν έχει υποστηρίξει ότι διατηρεί τους φόρους αποκλειστικά για την επίτευξη των συγκεκριμένων εσόδων. Ωστόσο, κάθε μείωση φορολογίας στα καύσιμα θα είχε δημοσιονομικό κόστος, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί από μειωμένα έσοδα, άλλες πηγές χρηματοδότησης ή αντίστοιχη ανακατανομή πόρων.

Ο πληθωρισμός επανέρχεται στο προσκήνιο
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο, από 3,4% τον Ιούλιο.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρωζώνη οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 14,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, συμβάλλοντας στην άνοδο του συνολικού πληθωρισμού στο 3,3%.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η φορολογία των καυσίμων αποτελεί την αιτία της ανόδου του πληθωρισμού. Η εξέλιξη των τιμών ενέργειας επηρεάζεται από ένα ευρύ σύνολο παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, και η διαμόρφωσης της προσφοράς και της ζήτησης.
Ωστόσο, ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς το κόστος των καυσίμων αποτελεί σημαντική παράμετρο για τις μεταφορές, την παραγωγή και τη διανομή προϊόντων.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η γερμανική παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί μπροστά σε δύσκολη εξίσωση:
Η κυβέρνηση καλείται να σταθμίσει τρεις διαφορετικούς στόχους:
• τη διατήρηση των δημοσιονομικών εσόδων,
• την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
• και τον περιορισμό των επιπτώσεων ενός ενδεχόμενου νέου ενεργειακού σοκ στον πληθωρισμό και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η μείωση του ΕΦΚ δεν αποτελεί μέτρο χωρίς κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η διατήρηση της υφιστάμενης φορολογικής επιβάρυνσης είναι οικονομικά ουδέτερη εάν οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχει κόστος.
Κόστος υπάρχει και στις δύο επιλογές.
Το κρίσιμο είναι ποιο κόστος θεωρεί η κυβέρνηση διαχειρίσιμο: το άμεσο δημοσιονομικό κόστος μιας φορολογικής ελάφρυνσης ή την πιθανή επιβάρυνση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και πληθωρισμού από υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Η Γερμανία επέλεξε να παρέμβει.
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται τώρα να εξηγήσει εάν διαθέτει αντίστοιχο σχέδιο, ποιο θα είναι το κόστος του και – κυρίως – πώς αξιολογεί τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής επιβάρυνσης για την ελληνική οικονομία.
Γιατί σε μια νέα ενεργειακή κρίση, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα θα πληρώσει ο κρατικός προϋπολογισμός.
Είναι και πόσα θα πληρώσει τελικά η οικονομία και πόσο θα μειωθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών
www.bankingnews.gr
Και βεβαίως ο πρωθυπουργός Κυριακός Μητσοτάκης παραπέμπει το ζήτημα στις … ευρωπαϊκές καλένδες.
Η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε άμεσα τη μείωση του ενεργειακού φόρου στα καύσιμα κατά 14 λεπτά το λίτρο, ενώ μαζί με την επίδραση του ΦΠΑ η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται περίπου στα 17 λεπτά το λίτρο.
Παράλληλα, εξετάζεται μηχανισμός περιορισμού των τιμών των καυσίμων, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων εκτιμάται περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ.
Η γερμανική επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές τιμές επανέρχονται στο επίκεντρο των πληθωριστικών πιέσεων.

Το ελληνικό δίλημμα των 6,46 δισ. ευρώ
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προϋπολογισμένα μεγέθη για το 2026, τα έσοδα από τον ΕΦΚ ενεργειακών προϊόντων ανέρχονται σε περίπου 4,337 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ στα πετρελαιοειδή υπολογίζονται σε περίπου 2,124 δισ. ευρώ.
Συνολικά, πρόκειται για περίπου 6,46 δισ. ευρώ προϋπολογισμένων εσόδων από τις δύο αυτές κατηγορίες.
Το ποσό αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τη βενζίνη και το diesel.
Καταδεικνύει, ωστόσο, το μέγεθος της δημοσιονομικής σημασίας που έχει για το ελληνικό κράτος η φορολογία των ενεργειακών προϊόντων.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: Πόσο δημοσιονομικό κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να περιορίσει την επιβάρυνση των καυσίμων;
Η κυβέρνηση δεν έχει υποστηρίξει ότι διατηρεί τους φόρους αποκλειστικά για την επίτευξη των συγκεκριμένων εσόδων. Ωστόσο, κάθε μείωση φορολογίας στα καύσιμα θα είχε δημοσιονομικό κόστος, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί από μειωμένα έσοδα, άλλες πηγές χρηματοδότησης ή αντίστοιχη ανακατανομή πόρων.
Ο πληθωρισμός επανέρχεται στο προσκήνιο
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο, από 3,4% τον Ιούλιο.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρωζώνη οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 14,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, συμβάλλοντας στην άνοδο του συνολικού πληθωρισμού στο 3,3%.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η φορολογία των καυσίμων αποτελεί την αιτία της ανόδου του πληθωρισμού. Η εξέλιξη των τιμών ενέργειας επηρεάζεται από ένα ευρύ σύνολο παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, και η διαμόρφωσης της προσφοράς και της ζήτησης.
Ωστόσο, ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς το κόστος των καυσίμων αποτελεί σημαντική παράμετρο για τις μεταφορές, την παραγωγή και τη διανομή προϊόντων.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η γερμανική παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί μπροστά σε δύσκολη εξίσωση:
Η κυβέρνηση καλείται να σταθμίσει τρεις διαφορετικούς στόχους:
• τη διατήρηση των δημοσιονομικών εσόδων,
• την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
• και τον περιορισμό των επιπτώσεων ενός ενδεχόμενου νέου ενεργειακού σοκ στον πληθωρισμό και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η μείωση του ΕΦΚ δεν αποτελεί μέτρο χωρίς κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η διατήρηση της υφιστάμενης φορολογικής επιβάρυνσης είναι οικονομικά ουδέτερη εάν οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχει κόστος.
Κόστος υπάρχει και στις δύο επιλογές.
Το κρίσιμο είναι ποιο κόστος θεωρεί η κυβέρνηση διαχειρίσιμο: το άμεσο δημοσιονομικό κόστος μιας φορολογικής ελάφρυνσης ή την πιθανή επιβάρυνση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και πληθωρισμού από υψηλότερες τιμές ενέργειας.
Η Γερμανία επέλεξε να παρέμβει.
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται τώρα να εξηγήσει εάν διαθέτει αντίστοιχο σχέδιο, ποιο θα είναι το κόστος του και – κυρίως – πώς αξιολογεί τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής επιβάρυνσης για την ελληνική οικονομία.
Γιατί σε μια νέα ενεργειακή κρίση, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα θα πληρώσει ο κρατικός προϋπολογισμός.
Είναι και πόσα θα πληρώσει τελικά η οικονομία και πόσο θα μειωθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών